πλέω

πλέω плыть; идти (о корабле)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πλέω" в других словарях:

  • πλέω — πλέω, έπλευσα βλ. πίν. 42 Σημειώσεις: πλέω : από την παθητική φωνή χρησιμοποιείται μόνο η ουσιαστικοποιημένη μτχ. το πλεούμενο …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • πλέω — και πλέγω έπλευσα 1. κινούμαι, ταξιδεύω στη θάλασσα, στο ποτάμι, στη λίμνη, αρμενίζω: Πλέαμε κατά το ανοιχτό πέλαγος. 2. επιπλέω: Ορισμένα σώματα πλέουν στο νερό. 3. για αφθονία, υπερβολή: Το πρόσωπό του έπλεε στο αίμα. – Αυτός πλέει στα αγαθά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πλέω — ΝΜΑ, και επικ. τ. πλείω, Α 1. (για σκάφος) κινούμαι στην επιφάνεια θάλασσας, λίμνης, ποταμού, ταξιδεύω (α. «το πλοίο έπλεε κανονικά όταν σημειώθηκε η έκρηξη» β. «Ἑλλήσποντον ἐπ ἰχθυόεντα πλεούσας νῆας ἐμάς», Ομ. Ιλ.) 2. ταξιδεύω, μετακινούμαι από …   Dictionary of Greek

  • πλέω — πλέος masc/neut nom/voc/acc dual πλέος masc/neut gen sg (doric aeolic) πλέω sail pres subj act 1st sg πλέω sail pres ind act 1st sg πλέως full masc/neut nom/voc/acc dual (ionic) πλέως full masc/neut gen sg (doric ionic aeolic) πλέω̆ , πλέως full… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλέῳ — πλέος masc/neut dat sg πλέως full masc/neut dat sg (ionic) πλέῳ̆ , πλέως full masc/fem/neut dat sg πλέως full masc nom/voc pl πλέῳ̆ , πλέως full masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλέω — [плэо] р. плавать, плыть, идти (о судне) …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πλεῖ — πλέω sail pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) πλέω sail pres imperat act 2nd sg (attic epic) πλέω sail pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) πλέω sail pres imperat act 2nd sg (attic epic) πλέω sail imperf ind act 3rd sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλέωι — πλέῳ , πλέος masc/neut dat sg πλέῳ , πλέως full masc/neut dat sg (ionic) πλέῳ̆ , πλέως full masc/fem/neut dat sg πλέῳ , πλέως full masc nom/voc pl πλέῳ̆ , πλέως full masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλευσούμενον — πλέω sail fut part mid masc acc sg (attic epic doric) πλέω sail fut part mid neut nom/voc/acc sg (attic epic doric) πλέω sail fut part mid masc acc sg (doric) πλέω sail fut part mid neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλεῖον — πλέω sail pres part act masc voc sg (epic) πλέω sail pres part act neut nom/voc/acc sg (epic) πλέω sail imperf ind act 3rd pl (epic) πλέω sail imperf ind act 1st sg (epic) πλέως full masc acc sg (epic) πλέως full neut nom/voc/acc sg (epic) πλείων …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλεῖτε — πλέω sail pres imperat act 2nd pl (attic epic) πλέω sail pres opt act 2nd pl πλέω sail pres ind act 2nd pl (attic epic) πλέω sail imperf ind act 2nd pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.